αποχέτευση


αποχέτευση
[апохетэфси] ουσ. Θ. канализация.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αποχέτευση" в других словарях:

  • αποχέτευση — η η με σωλήνες απομάκρυνση των ακάθαρτων νερών ή άλλων ακαθαρσιών: Η αποχέτευση δε γινόταν με υπονόμους αλλά με βόθρους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αποχέτευση — Σύστημα υπονόμων και σωλήνων που χρησιμεύουν για να μεταφέρουν μακριά από ορισμένες ζώνες, ιδιαίτερα τις κατοικημένες, τα υγρά και καμιά φορά και τα στερεά απορρίμματα (λύματα). Διακρίνουμε δύο κατηγορίες υδάτων προς α., τα ακάθαρτα και τα νερά… …   Dictionary of Greek

  • γέφυρα — Τεχνικό έργο που εκτείνεται σε όλο το πλάτος ενός δρόμου, όταν διακόπτεται για ένα διάστημα η συνέχεια του αναχώματος, είτε εξαιτίας των εμποδίων που δεν είναι δυνατόν να εξαλειφθούν, όπως είναι για παράδειγμα τα υδάτινα ρεύματα, μία χαράδρα ή οι …   Dictionary of Greek

  • αποστράγγιση — η 1. το να στραγγίζει κανείς κάτι εντελώς, να του αφαιρεί τα υγρά 2. η αποξήρανση ελώδους τόπου με αποχέτευση των υδάτων. [ΕΤΥΜΟΛ. < αποστραγγίζω. Η λ. μαρτυρείται με τη σημασία 2. από το 1879 στον Παναγ. Γεννάδιο, ως απόδοση του γαλλ.… …   Dictionary of Greek

  • αποχετευτικός — ή, ό ο σχετικός με την αποχέτευση …   Dictionary of Greek

  • αστυφιλία — Το φαινόμενο της ολοένα και πιο εντατικής συγκέντρωσης του πληθυσμού στα αστικά κέντρα. Αιτίες του φαινομένου αυτού είναι η δημογραφική αύξηση των πόλεων περισσότερο από τη συνολική αύξηση της χώρας, η αύξηση του αριθμού των πόλεων και η αύξηση… …   Dictionary of Greek

  • δάκρυ — Υγρό διαφανές των δακρυϊκών αδένων, αντίδρασης αλκαλικής, το οποίο χρησιμεύει για την ύγρανση του βολβού του οφθαλμού και την απομάκρυνση ξένων σωμάτων. Το δ. περιέχει νερό και ανόργανες ουσίες, κυρίως χλωριούχο νάτριο και μαγνήσιο, θειούχο και… …   Dictionary of Greek

  • διασωλήνωση — Διάβαση ενός σωλήνα σε ένα όργανο ή σε μια σωληνοειδή δομή του σώματος, όπως η εισαγωγή ενός αναπνευστικού σωλήνα στην τραχεία, για τεχνητή αναπνοή. * * * η ιατρ. 1. η αποχέτευση υγρών τραύματος με τη βοήθεια ελαστικού σωλήνα 2. η εισαγωγή… …   Dictionary of Greek

  • εκφορητικός — ή, ό(ν) αυτός με τον οποίο μεταφέρεται κάτι ή κάποιος προς τα έξω, με τον οποίο πραγματοποιείται η αποχέτευση υγρών, αποχετευτικός («εκφορητικοί πόροι») οι πόροι που αποχετεύουν το έκκριμα τών αδένων …   Dictionary of Greek

  • εξαγωγός — ο (Α ἐξαγωγός) [εξάγω] νεοελλ. εξαγωγέας αρχ. οχετός για την αποχέτευση υδάτων …   Dictionary of Greek